Κατηγορίες
Σχέσεις

«Έχω νιώσει τον πόνο του να είσαι έξω από το σπίτι και να μην έχεις το δικαίωμα να μπεις μέσα να δεις το παιδί σου»


«Ήθελα διακαώς την συνεπιμέλεια. Όμως, ταυτόχρονα, καταλάβαινα – με πόνο ίσως και με οργή – ότι σωστά δεν είχα δικαιώματα ως μπαμπάς. Ότι μόνο η κόρη μου έχει δικαιώματα». Ο Γιάνης Βαρουφάκης στο παρελθόν έχει αρκετές φορές αναφερθεί στον χωρισμό του με την πρώην σύζυγό του και στην κόρη του, Ξένια. Όμως, στη διάρκεια της ψήφισης του νομοσχεδίου για τη Συνεπιμέλεια ως χωρισμένος πατέρας ενός παιδιού προχώρησε σε μια προσωπική εξομολόγηση που συγκινεί. Και τα όσα είπε από το βήμα της Βουλής, έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον, δίνοντας μια διαφορετική οπτική. Αλλά και δίνοντας μια εικόνα από την πλευρά του χωρισμένου πατέρα που μετά το διαζύγιο καλείται να συνεχίσει με τις νέες συνθήκες που δημιουργούνται και στη νέα καθημερινότητα χωρίς το παιδί του.
Διαβάστε επίσης: «Όταν χώρισαν οι γονείς μου, στα 7 μου, επί τρία χρόνια δεν βγήκα να παίξω με άλλα παιδάκια γιατί ντρεπόμουν»

«Έχω πιάσει τη μητέρα μου να νιώθει ενοχές που με κράτησε»
«Έχουν περάσει 16 χρόνια και από τότε που είδα τη διαφορά που μπορεί να κάνει η συνεπιμέλεια – το πως μπορεί, μέσα στη στενοχώρια ενός χωρισμού, να αμβλύνει τον πόνο, να στηρίξει τα παιδιά, να βοηθήσει τους γονείς να τα στηρίξουν.
Την ίδια περίοδο που είχα χάσει την κόρη μου, γνώρισα ένα ζευγάρι που κι αυτοί μόλις είχαν χωρίσει – δύο σπίτια, κοντά, μια βδομάδα στο σπίτι του κάθε γονιού, συνεργασία, συνεπιμέλεια… Τους ζήλεψα αφάνταστα…
Η σύγκριση μ’ εκείνο που βίωνα ήταν συντριπτική.
Μόλις είχα συμφιλιωθεί με την ιδέα που συνθλίβει τόσους πατεράδες – την ιδέα ότι θα πρέπει να μάθω να ζω χωρίς την κόρη μου.
Αν και η δική μου περίπτωση ήταν ακραία – Αυστραλία – δεν έχω αμφιβολία ότι χιλιάδες από εσάς τους πατεράδες που μας βλέπετε τώρα, έχετε ζήσει την ίδια απόγνωση, κι ας είναι το παιδί σας πιο κοντά απ’ το δικό μου.
Από αυτό το βήμα, κοιτώ στα μάτια στους πατεράδες που έπρεπε κι εσείς να πιείτε το δηλητήριο της συμφιλίωσης μ’ αυτή την απάνθρωπη ιδέα. Και σας λέω, του λέω:
Ναι, ξέρω, έχω νιώσει κι εγώ,
τον πόνο του να είσαι στο αυτοκίνητο έξω από το σπίτι και να μην έχεις το δικαίωμα να μπεις μέσα να δεις την κόρη σου, τον γιο σου
τον θυμό που φουντώνει μέσα σου με την σκέψη ότι χρησιμοποιεί το παιδί για να σε εκδικηθεί, ανεξάρτητα αν το κάνει συνειδητά ή ασυνείδητα
την αδικία του να σου λένε πως το συμφέρον του παιδιού είναι να μην ζει μαζί σου

την στενοχώρια να πρέπει να υποχωρείς συστηματικά σε πράγματα ουσίας για να μην πιαστεί το παιδί, άλλη μια φορά, σε διασταυρώμενα πυρά.
την ανημποριά να μάθεις στην κόρη σου, στο γιο σου, πράγματα που δεν έχεις καιρό να τους τα μάθεις τα ΣΚ ή τις διακοπές
την αίσθηση ότι μεγάλες αποφάσεις για το μέλλον του παιδιού σου παίρνονται χωρίς εσένα
Θυμάμαι την ασφυξία που προκαλούσε η σκέψη ότι, αν πήγαινα στο δικαστήριο και ζητούσα συνεπιμέλεια, θα έχανα.
Θα είμαι ειλικρινής μαζί σας: Αν μπορούσα να πατήσω ένα κουμπί και να ζει μαζί μου η Ξένια, ή έστω τον μισό χρόνο, άντε το 1/3, θα το πάταγα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Όμως, άλλο τι θα ήθελα ως άτομο κι άλλο τι θέλω να μπορεί, ή να μην μπορεί, να κάνει το κράτος στο όνομά μου.
Θυμάμαι συζήτηση με αμερικανό υπέρμαχο της θανατικής ποινής, τότε που ζούσαμε στο Τέξας – την πολιτεία-πρωταθλήτρια στις εκτελέσεις. Με είχε ρωτήσει:
«Αν κάποιος βίαζε και σκότωνε την κόρη σου, την γυναίκα σου, ή και τις δύο, δεν θα τον σκότωνες;» Χωρίς να το σκεφτώ, του απάντησα:
Θα ήθελα να τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια.
Αλλά δεν θα ήθελα να ζω σε οργανωμένη κοινωνία που μου το επιτρέπει.
Ή σε οργανωμένη κοινωνία που τον δολοφονεί εκ μέρους μου.

Το ίδιο ισχύει και με την συνεπιμέλεια. Ναι, την ήθελα. Διακαώς. Αλλά, αν δεν ήταν δυνατόν να συμφωνηθεί, συναινετικά, όχι, δεν θα ήθελα την οργανωμένη κοινωνία να την επιβάλει για πάρτη μου. Ποτέ δεν θα ήθελα ένα κράτος να νομοθετεί αυτά που εγώ θα ήθελα να γίνουν πάνω στον θυμό και μέσα στην απελπισία μου.
Άλλο μια ευχή κι άλλο η επιβολή της μέσω της βίας, ιδιωτικής ή κρατικής.
Τα πιο όμορφα πράγματα, όταν επιβάλλονται, μεταμορφώνονται σε τερατουργήματα.
Πάρτε την αγάπη. Τον έρωτα. Όταν έρθει αβίαστα είναι το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο. Όταν όμως επιβάλλεται δια της βίας, γίνεται βιασμός.
Έτσι κι η επιμέλεια των παιδιών μετά από χωρισμό:
Αν προκύψει συναινετικά, είναι μια όαση στην δυστυχία του χωρισμού.
Αν όμως την συνεπιμέλεια την επιβάλει το κράτος, μετατρέπεται σε τραγέλαφο, σε σχήμα οξύμωρο, με θύμα το παιδί.
Το ξαναλέω: Ήθελα διακαώς την συνεπιμέλεια. Όμως, ταυτόχρονα, καταλάβαινα – με πόνο ίσως και με οργή – ότι σωστά δεν είχα δικαιώματα ως μπαμπάς. Ότι μόνο η κόρη μου έχει δικαιώματα.
Συνεπιμέλεια = Συνεργασία. Κι η συνεργασία δεν επιβάλλεται από κανέναν νόμο.
Ευχής έργο το παιδί να έχει δύο ισότιμα σπίτια. Να περνά την μια εβδομάδα στο ένα την άλλη στο άλλο, και όταν μεγαλώσει κάπως να επιλέγει μόνο του τις εβδομάδες και την κατανομή του χρόνου του σε κάθε σπίτι.
Ναι, αλλά αυτό προϋποθέτει πράγματα που κανένας δικαστής δεν μπορεί ούτε να επιβάλει ούτε να εποπτεύσει:
Σπίτια που να είναι κοντά ώστε το παιδί να μην αλλάζει σχολείο κάθε εβδομάδα
Οικονομική δυνατότητα των γονιών να έχουν ο κάθε ένας ένα αντίστοιχο δωμάτιο για το παιδί
Συνθήκες ζωής και δουλειάς και των δύο γονιών για να μπορούν…
Αλλά ακόμα κι αυτές οι προϋποθέσεις να υπάρχουν, απαιτούνται μια σειρά από άλλα πράγματα, κυρίως καλή συνεργασία γονιών-παιδιού, ώστε να λειτουργεί το συστηματικό πήγαινε-έλα.
Θέλω να έρθω σε έναν άλλο φόβο ημών των πατεράδων: Τον φόβο αυτού που κατονομάζεται στο νομοσχέδιό σας ως τον φόβο της αποξένωσης του χωρισμένου πατέρα από το παιδί.
Ναι, είχα τον είχα κι αυτόν τον φόβο, δεν το κρύβω.
Απεδείχθη, όπως συμβαίνει πάντα, ανόητος φόβος. Τα παιδιά δεν αποξενώνονται από γονείς που τα αγαπάνε, ανεξάρτητα από το πόσο συχνά τους βλέπουν.
Προχτές η Ξένια έγινε 17. Έχουμε μάθει να ζούμε την απόσταση. Με Skype της έλεγα παραμύθια, και στην οθόνη την έβλεπα να αποκοιμάται, πολύ πριν εσείς μάθετε για το Skype. Πασχίζαμε να βρισκόμαστε 3 ή 4 φορές το χρόνο, με ότι αυτό συνεπάγεται σε κούραση, έξοδα, αποσταθεροποίηση. Μέχρι να βρεθούμε μετράγαμε τις μέρες κι όταν βρισκόμασταν το κοντέρ μηδενιζόταν κι αρχίζαμε πάλι να μετράμε πόσες μέρες έμεναν μέχρι τον αποχωρισμό. Δεν σας κρύβω ότι η πανδημία ήταν ένα ακόμα απαίσιο πλήγμα – για πρώτη φορά πέρασε πάνω από χρόνος που δεν ειδωθήκαμε, κι ούτε ξέρουμε πότε θα ξαναβρεθούμε καθώς η Αυστραλία μάλλον δεν θα ανοίξει τα σύνορά της πριν τα μέσα του 22.
Παρόλα αυτά ίσως να είμαστε πιο κοντά απ’ ότι θα ήμασταν αν ζούσαμε μαζί.
Με απώλειες βέβαια. Με εκείνο το «Άλλη μια μέρα χωρίς εσένα» στο επίκεντρο σχεδόν κάθε μέρα τόσα χρόνια.
Αλλά άλλο όμως αυτό κι άλλο ο φόβος, άλλο η ψευτο-θεωρία, της αποξένωσης».


Πηγή