Σχέσεις

Κόλλησα κορωνοϊό τον πατέρα μου- Δεν ξέρω πως να ζήσω μετά τον θάνατό του

Είναι από τις ιστορίες που αποτελούν τον βαθύτερό μας φόβο. Τον φόβο μήπως κάνουμε κακό στους δικούς μας αγαπημένους. Και είναι μία ιστορία κυριολεκτικά της διπλανής πόρτας…

«Το φθινόπωρο που μας πέρασε, επέλεξα να κάτσω στην εστία της πόλης που σπούδαζα και να κάνω από εκεί τηλεκπαίδευση. Θεώρησα πως έτσι δε θα χάσω τις παρέες μου και πως παράλληλα δε θα χάσω τη συγκέντρωσή μου στο διάβασμα.

Τα Χριστούγεννα γύρισα στο πατρικό μου για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές. Οι δικοί μου ήθελαν πολύ να με δουν, μου το έλεγαν και αυτό με πίεζε ψυχολογικά. Πριν φύγω έκανα covid test και βγήκε αρνητικό. Ανακουφισμένη, μπήκα στο αεροπλάνο με μάσκα και μεγάλη προσοχή. Αυτό ήταν ασφυκτικά γεμάτο και πρόσεχα διπλά και τριπλά. Όσο μπορούσα. Δεν έφαγα τίποτα για να μην κατεβάσω τη μάσκα μου. Με φόβιζε πολύ το γεγονός πως όλοι σχεδόν τις είχαν κατεβάσει και είτε έτρωγαν είτε έπιναν. Απ’ όσο παρατηρούσα, ελάχιστοι τη φορούσαν σωστά. Οι περισσότεροι την είχαν κατεβασμένη κάτω από τη μύτη.

Όταν αντίκρισα τους γονείς μου δεν τους αγκάλιασα και δεν τους φίλησα. Ήμουν πολύ προσεκτική. Τις τρεις πρώτες μέρες τις πέρασα στο δωμάτιό μου. Δεν τρώγαμε καν στο ίδιο τραπέζι. Φοβόμουν πολύ, γιατί ο πατέρας μου ήταν διαβητικός και αυτό τον κατέτασσε στις ευάλωτες στον κορωνοϊό ομάδες. Μετά από μία εβδομάδα περίπου, ξύπνησα κάπως περίεργα. Ένιωθα ένα βάρος στο στήθος. Όταν πήγα να φάω το αγαπημένο μου φαγητό που μου είχε μαγειρέψει η μητέρα μου, δεν μπορούσα να καταλάβω τη γεύση του. Θορυβήθηκα. Έσπευσα και ξαναέκανα τεστ. Βγήκε δυστυχώς θετικό. Αμέσως έκαναν τεστ οι γονείς μου. Ευτυχώς ήταν αρνητικοί.

Εγώ έμεινα κλεισμένη στο δωμάτιό μου, έκανα κανονική καραντίνα.

Ωστόσο, μετά από επτά ημέρες περίπου, άκουσα τον πατέρα μου να βήχει. Κανείς μας δεν ανησύχησε, το θεωρήσαμε όλοι τυχαίο. Όμως ο βήχας γινόταν όλο και χειρότερος, οποτε έκανε και πάλι τεστ. Αυτή τη φορά δυστυχώς βγήκε θετικό. Οι γιατροί διέγνωσαν βαριά πνευμονία. Μέσα σε λίγο μόλις χρονικό διάστημα δεν μπορούσε να αναπνεύσει μόνος του…

Καθόμουν στο δωμάτιό μου και τα συναισθήματά μου ήταν τόσο μπερδεμένα. Πριν λίγες μέρες ο άνθρωπος αυτός έκανε τεράστιες βόλτες με τη μητέρα μου, είχε άριστη διαύγεια και άκουγε με χαρά διαδικτυακές ομιλίες σπουδαίων ανθρώπων των Γραμμάτων και του Πολιτισμού.

Και ξαφνικά χαροπάλευε… Εξαιτίας μου.

Οι γιατροί έδωσαν σκληρή μάχη για να τον κρατήσουν ζωντανό, αλλά δεν τα κατάφεραν. Σε λίγες μέρες είχε «φύγει».

Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Αισθανόμουν και αισθάνομαι πως εγώ έχω την πλήρη ευθύνη. Πήρα λάθος αποφάσεις, τη μία μετά την άλλη. Έδρασα τελείως ανεύθυνα. Και έχασα τον πατέρα μου.

Δεν ξέρω πώς μπορώ να συνεχίσω να ζω με το βάρος αυτό. Η μητέρα μου είναι όλο αυτό τον καιρό δίπλα μου, δεν μπορεί να θρηνήσει τον άντρα της γιατί στηρίζει εμένα που κάθε μέρα καταρρέω όλο και πιο πολύ. Πριν λίγες μέρες ξεκίνησα να βλέπω μία ψυχολόγο, ελπίζω να με βοηθήσει να ξεπεράσω τις τύψεις μου…

Ένα μόνο θέλω να σας πω, γι΄αυτό και δημοσιοποίησα την ιστορία μου. Προσέξτε τους αγαπημένους σας ανθρώπους. Όχι μόνο τώρα με τον κορωνοϊό, αλλά με όλα. Πραγματικά δε θέλετε να τους χάσετε και να νιώθετε πως εσείς ευθύνεστε για την απώλειά τους.»




Πηγή

ubm

Back to top button