Κατηγορίες
Ψυχολογία Γενικά

Προσευχή: μια ανώτερη διαδικασία ή ένα αντικειμενικό εργαλείο για την ενίσχυση της υγείας μας;

Από τον Στέλιο Κυμπουρόπουλο

Πολύ συχνά οι πατέρες της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας στην Ελλάδα χρησιμοποιούν την έκφραση «Παιδί μου, κάνε μια προσευχή και ο Θεός θα σε ακούσει και θα σε βοηθήσει» ώστε να ενισχύσουν τους πιστούς τους και τους ανθρώπους που προσέρχονται στους ναούς, να αντιμετωπίσουν την αγωνία της καθημερινότητας καθώς και σοβαρά προβλήματα που τους επιφυλάσσει η ζωή. Έτσι, η προσευχή χρησιμοποιείται σαν ένα ανώτερο πνευματικό «εργαλείο» για να φέρει την ελπίδα και τη χαρά πως τα πράγματα θα αλλάξουν.

Αυτή η πρακτική όμως, δεν ασκείται μόνο από τους χριστιανούς ορθόδοξους Πατέρες. Κάθε θρησκεία και λατρευτική πίστη, από τις περισσότερο διαδεδομένες μέχρι και τις πιο πρωτόγονες, έχουν ως θεμέλιο άξονα την προσευχή. Μια προσευχή που μπορεί να γίνει είτε κάτω από μια τυπική διαδικασία και έχει αρχή κορύφωση και τέλος είτε μια πιο ελεύθερη προσέγγιση κάτι σαν διάλογος – επαφή μεταξύ του προσώπου που προσεύχεται με το θεό ή με το Θεό. Με το σκεπτικό αυτό η προσευχή χτίζει τις σχέσεις θεού – ανθρώπου, προσδιορίζει το θεό και αποτελεί ένα όπλο για να ξεπεραστούν οι πειρασμοί.

Μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο των «πειρασμών» ανήκουν και τα θέματα της υγείας. Η διαταραχή της υγείας με μια αρρώστια αποτελεί σύμφωνα με τις διδαχές των θρησκειών μια πρόκληση, ένα μάθημα, μια τιμωρία για τον άνθρωπο που την παθαίνει, ενώ με τη βοήθεια της προσευχής επέρχεται ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Όπως φαίνεται, η προσευχή και η άσκηση της ιατρικής εμπλέκονται πολύ συχνά για την αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς. Με το άρθρο στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό Journal of the American Medical Association (JAMA) «μπορούν οι ιατροί να συστήνουν στους ασθενείς τους να προσεύχονται με σκοπό μια καλύτερη υγεία;» (Marwick, 1995) ξεκίνησε μια αναζήτηση με άγνωστο προορισμό. Η προσευχή, ως διαδικασία πίστης και λατρείας μιας ανώτερης οντότητας, επιτελεί μια ανώτερη λειτουργία ή έχει μονάχα μια θετική επίδραση μέσω της αυθυποβολής που ασκεί ο ίδιος ο άνθρωπος στον εαυτό του; Από τότε και μέχρι σήμερα, η επιστήμη θέτει την προσευχή σα μια άλλη πιθανή θεραπευτική μέθοδο θεραπείας. Άραγε ισχύει αυτή η άποψη;

Πολλές έρευνες και κλινικές μελέτες έχουν διεξαχθεί για να αξιολογηθεί η αξία της προσευχής στη ζωή, και πιο συγκεκριμένα, στην υγεία του ανθρώπου. Τα αποτελέσματα… αντικρουόμενα. Από πολύ νωρίς έχει συσχετιστεί η ωφελιμότητα της αυτο-προσευχής (το ίδιο άτομο προσεύχεται για τον εαυτό του) με έμμεσους και βιολογικούς παράγοντες ή μηχανισμούς. Φαίνεται πως η ευεργετική της επίδραση οφείλεται (1) σε μια συμπεριφορά βασισμένη σε έναν υγιεινό τρόπο ζωής, (2) στην ενισχυμένη κοινωνική στήριξη, (3) στην ελάττωση του άγχους, (4) αλλά και στην ψυχοδυναμική της πίστης (Levin & Vanderpool, 1989; Strawbridge et al., 1997).

Από την άλλη, έχει γνωστοποιηθεί πως όταν το ίδιο το άτομο προσεύχεται ή γνωρίζει ότι κάποιος προσεύχεται για αυτόν αυτόματα διεγείρεται το ανοσοενδοκρινολογικό του σύστημα.

Τόσο η ψυχοφυσιολογία όσο και η ψυχοανοσολογία (δηλαδή η μελέτη της αλληλεπίδρασης μεταξύ των ψυχολογικών διεργασιών και του νευρικού και ανοσοποιητικού συστήματος του ανθρώπινου σώματος) έχουν αποδείξει την επίδραση των συναισθημάτων και των συγκινήσεων επάνω στην λειτουργία του οργανισμού (Ader, Felten, & Cohen, 1991). Με το σκεπτικό αυτό, για να ξεπεράσουν οι επιστήμονες τα τεχνικά «προβλήματα» που προκύπτουν από την αυτο-προσευχή, με σκοπό να αυξήσουν την αντικειμενικότητα των αποτελεσμάτων τους, ξεκίνησαν να μελετούν, ιδιαίτερα μετά το 2000, την επιρροή που έχει η προσευχή στην υγεία με τη διαδικασία της μεσολαβητικής προσευχής, όταν δηλαδή οι προσευχές ενός προσώπου γίνονται για λογαριασμό ενός άλλου ατόμου, σε διπλές τυφλές μελέτες. Μια ομάδα ανθρώπων δέχονται την προσευχή από άλλους, ενώ σε μια δεύτερη ομάδα δε γίνεται η «υπηρεσία» της προσευχής. Ούτε οι ασθενείς ούτε και οι γιατροί ή οι διαχειριστές της μελέτης συνήθως γνωρίζουν ποιος είναι σε ποια ομάδα. Οι άνθρωποι που κάνουν την προσευχή, οι μεσολαβητές, προσλαμβάνονται σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο και προσεύχονται για τους ανθρώπους που είναι στη μελέτη από μερικές έως πολλές φορές.

Μια τέτοια μελέτη διενεργήθηκε από την Mayo Clinic σε 799 ασθενείς που βρίσκονταν σε  στεφανιαία μονάδα εντατικής θεραπείας (Aviles et al., 2001). Κατά την έξοδο τους οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε ομάδες που δέχονταν ή δε δέχονταν προσευχή. Η προσευχή διεξήχθη από πέντε άτομα ανά ασθενή, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για 26 εβδομάδες. Το αποτέλεσμα έδειξε πως δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων και άρα ότι η μεσολαβητική προσευχή δεν επηρεάζει τη συγκεκριμένη μελέτη. Σε αντίθετα αποτελέσματα κατέληξε μελέτη που δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά που πραγματοποιήθηκε σε 3393 ασθενείς που είχαν μικροβιαιμία (παρουσία μικροοργανισμών στο αίμα, η οποία ανιχνεύεται με την καλλιέργεια του αίματος) (Leibovici, 2001). Ο συγκεκριμένος ερευνητής διαπίστωσε ότι τα άτομα της ομάδας για τα οποία υπήρχε μεσολαβητική προσευχή είχαν την τάση να παραμείνουν στο νοσοκομείο για λιγότερο χρόνο καθώς και ότι ο πυρετός που είχαν εξαιτίας της μικροβιαιμίας είχε μικρότερη διάρκεια σε σχέση με την άλλη ομάδα. Ξεδιπλώνοντας τα θετικά ευρήματα της προσευχής, μια ενδιαφέρουσα μελέτη παρουσιάστηκε το 2006 με αντικείμενα μελέτης τους γαλάγους (μικρά, νυκτόβια πρωτεύοντα ζώα που ενδημούν στην Αφρική) (Lesniak, 2006). Συγκεκριμένα, 22 γαλάγοι (Otolemur garnettii) με τραύματα που προέκυψαν από συμπεριφορές χρόνιου αυτοτραυματισμού, τυχαιοποιήθηκαν σε ομάδες που δέχονταν ή δε δέχονταν προσευχή. Η προσευχή διήρκησε 4 εβδομάδες. Και οι δύο ομάδες λάμβαναν επιπλέον L-τρυπτοφάνη (απαραίτητο αμινοξύ για την παραγωγή διάφορων πρωτεϊνών από το σώμα). Στα συμπεράσματα βρέθηκε ότι τα ζώα που ήταν στην ομάδα της προσευχής είχαν μεγαλύτερη μείωση του μεγέθους της πληγής και μια μεγαλύτερη βελτίωση σε αιματολογικές παραμέτρους από τα ζώα ελέγχου. Αυτή η μελέτη είναι σημαντική, διότι διεξήχθη σε μη ανθρώπινα είδη. Ως εκ τούτου, η πιθανότητα ενός φαινομένου placebo καταργείται. Τέλος, μια πρόσφατη μετα-ανάλυση (στατιστική επεξεργασία διεθνώς αναγνωρισμένη ως το υψηλότερο πρότυπο της τεκμηριωμένη ιατρικής – evidence-based medicine) 10 προοπτικών τυχαιοποιημένων μελετών σχετικά με την προσευχή περιελάμβανε πάνω από 7.000 ασθενείς (Roberts et al., 2010). Μερικές από αυτές τις μελέτες έδειξαν ότι η μεσολαβητική προσευχή έχει όφελος, ενώ άλλες πως δεν είχε κάποιο αποτέλεσμα. Το συμπέρασμα των συγγραφέων ήταν ότι δεν υπάρχει κάποια αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι η προσευχή μειώνει τις χειρουργικές επιπλοκές ή ότι βελτιώνει τα ποσοστά θνησιμότητας.

Όλες οι μελέτες και κυρίως αυτές που αμφισβητούν την δύναμη της προσευχής μετά τη δημοσίευση τους δέχονται πολλαπλές κριτικές τόσο στο σχεδιασμό τους όσο και στα αποτελέσματα που παραθέτουν. Και είναι λογικό αυτό, αν σκεφτεί κανείς ότι η έννοια της προσευχής, και συνεπώς της πίστης, είναι μια απόλυτα προσωπική διαδικασία και δε μπορεί να μετρηθεί (βάση της γνώσης που έχουμε σήμερα) η ένταση της, ο προορισμός της και το περιεχόμενο που της δίνουμε κάθε φορά. Οι ερμηνείες που μπορούν να δοθούν είναι αμέτρητες και μέχρι τώρα η επιστήμη δε δύναται να δώσει μια και μοναδική απάντηση για τη δύναμη και το ρόλο που έχει η προσευχή στη ζωή του ανθρώπου. Γιατί πριν απαντηθεί οριστικά αυτό το ερώτημα πρέπει να δοθούν άλλες απαντήσεις για τη σχέση θεού – ανθρώπου. Έτσι λοιπόν, μέχρι να γίνει αυτό η επιστημονική βάση για την προσευχή δεν είναι σταθερή.

Αυτό που μπορούμε να έχουμε ως τώρα για μια πιθανή απόδειξη είναι μονάχα παραδείγματα ότι η προσευχή κάπως με κάποιο τρόπο βοηθά. Μια βοήθεια που δε σχετίζεται με θρησκείες (Helming, 2011), αλλά ούτε και με τη βαρύτητα της ασθένειας (Helming, 2011; Johnson et al., 2009; Shinoura et al., 2010). Βέβαια, η αναζήτηση της αλήθειας ποτέ δεν πρέπει να σταματά σε οποιοδήποτε ζήτημα. Μέχρι τότε όμως, η προσευχή φανερώνει –από οποιαδήποτε οπτική και αν το εξετάσει κάποιος– πως έχει θετική επίδραση στην υγεία του ανθρώπου. Και αν όχι θετική, τουλάχιστον δεν τον επηρεάζει αρνητικά.

Για αυτό, την επόμενη φορά που κάποιος νιώσει την ανάγκη να προσευχηθεί στο θεό του, ας το κάνει με απελευθερωμένη τη λογική του. Έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει πλούσια γνώση για τη συγκεκριμένη διαδικασία, αφού και η επιστήμη δε γνωρίζει!

 

Διαβάστε επίσης:
Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος…

 

Αναφορές:
Ader, R., Felten, D. L., & Cohen, N. (1991). Psychoneuroimmunology. San Diego: Academic Press.

Aviles, J. M., Whelan, S. E., Hernke, D. A., Williams, B. A., Kenny, K. E., O’Fallon, W. M., & Kopecky, S. L. (2001). Intercessory prayer and cardiovascular disease progression in a coronary care unit population: a randomized controlled trial. Mayo Clinic Proceedings. Mayo Clinic, 76(12), 1192–1198. doi:10.4065/76.12.1192

Helming, M. B. (2011). Healing through prayer: a qualitative study. Holistic Nursing Practice, 25(1), 33–44. doi:10.1097/HNP.0b013e3181fe2697

Johnson, M. E., Dose, A. M., Pipe, T. B., Petersen, W. O., Huschka, M., Gallenberg, M. M., Peethambaram, P., et al. (2009). Centering prayer for women receiving chemotherapy for recurrent ovarian cancer: a pilot study. Oncology Nursing Forum, 36(4), 421–428. doi:10.1188/09.ONF.421-428

Leibovici, L. (2001). Effects of remote, retroactive intercessory prayer on outcomes in patients with bloodstream infection: randomised controlled trial. BMJ (Clinical Research Ed.), 323(7327), 1450–1451.

Lesniak, K. T. (2006). The effect of intercessory prayer on wound healing in nonhuman primates. Alternative Therapies in Health and Medicine, 12(6), 42–48.

Levin, J. S., & Vanderpool, H. Y. (1989). Is religion therapeutically significant for hypertension? Social Science & Medicine (1982), 29(1), 69–78.

Marwick, C. (1995). Should physicians prescribe prayer for health? Spiritual aspects of well-being considered. JAMA: The Journal of the American Medical Association, 273(20), 1561–1562.

Roberts, L., Ahmed, I., Hall, S., & Davison, A. (2010). Intercessory prayer for the alleviation of ill health. The Cochrane Library. John Wiley & Sons, Ltd.
Retrieved from http://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1002/14651858.CD000368.pub3/abstract

Shinoura, N., Onodera, T., Kurokawa, K., Tsukada, M., Yamada, R., Tabei, Y., Koizumi, T., et al. (2010). Damage of left temporal lobe resulting in conversion of speech to Sutra, a Buddhist prayer stored in the right hemisphere. Neurocase, 16(4), 317–320. doi:10.1080/13554790903559689

Strawbridge, W. J., Cohen, R. D., Shema, S. J., & Kaplan, G. A. (1997). Frequent attendance at religious services and mortality over 28 years. American Journal of Public Health, 87(6), 957–961.




Πηγή

Κατηγορίες
Οικογένεια

Οι συμβουλές που θα κάνουν τη διαδικασία… παιχνιδάκι

Ναι, η ζωή με ένα μωρό στο σπίτι είναι γεμάτη από απορίες και άγχος. Ειδικά, αν γίνεσαι μαμά για πρώτη φορά. Λίγο το ότι εμπειρία δεν διαθέτεις και το ότι κάθε μωρό φέρεται διαφορετικά, δεν θέλει και πολύ για να στρεσαριστείς. Το καινούριο μέλος της οικογένειάς σας είναι γεμάτο από ανάγκες, πρωτόγνωρες και για το ίδιο και για εσένα. Μία από αυτές είναι η αλλαγή πάνας. Σκέψου απλά ότι έρευνες έχουν δείξει πως μέχρι το μωράκι σου να μάθει να πηγαίνει μόνο του στην τουαλέτα, θα χρειαστείς να αλλάξεις -κρατήσου!- πάνω από 2.000 πάνες περίπου. Για αυτό, και χρειάζεσαι τις παρακάτω συμβουλές που θα κάνουν τη διαδικασία… παιχνιδάκι!

Όλα δίπλα από το μωρό σου
Το πρώτο βήμα για την επιτυχία είναι να μαζέψεις όλα τα απαραίτητα για την περιποίηση του μικρού μας φίλου δίπλα του, ούτως ώστε να μη χρειαστεί να λείψεις ούτε λεπτό από δίπλα του. Μία καθαρή πετσέτα (αποκλειστικά για την αλλαγή πάνας), ένα προϊόν καθαρισμού, μία αφράτη πάνα, μία κρέμα με καταπραϋντική δράση, καθαρά ρούχα και μία μικρή σακούλα για τα άπλυτα. Βεβαιώσου ότι τα έχεις όλα και ξεκίνα.

Κάθε πότε;
Σύμφωνα με τους ειδικούς, αν στην πάνα του μικρού σου υπάρχουν μόνο ούρα, τότε η σωστή αλλαγή πρέπει να γίνεται κάθε τέσσερις ώρες. Αν υπάρχουν κακάκια, τότε αλλάζεις αμέσως.

Ο χώρος της αλλαγής
Το άλλαγμα θα πρέπει να γίνεται σε μία υπερβολικά καθαρή, ζεστή και λεία επιφάνεια. Θα μπορούσες να αγοράσεις μία ειδική αλλαξιέρα ή απλά να στρώσεις ένα σεντόνι (αποκλειστικά για τη χρήση αυτή) πάνω στο κρεβάτι σου. Το σεντόνι, μετά την αλλαγή, κατευθείαν στα άπλυτα.

Αμέσως στα σκουπίδια
Αφαιρείς την βρώμικη πάνα, την μεταφέρεις σε μία σακούλα και από εκεί κατευθείαν στα σκουπίδια. Δεν θες να μυρίσει όλο το σπίτι.

Σαπουνάδα στην ευαίσθητη περιοχή του
Συγχαρητήρια, έφθασες στο πιο κρίσιμο στάδιο. Το μυστικό είναι οι κινήσεις σου να ξεκινούν από τα γεννητικά του όργανα και να καταλήγουν στον ποπό του. Καθαρίζεις απαλά και επιμελώς. Αν δεις ότι το μωράκι σου είναι έτοιμο να βάλει τα κλάματα, άρχισε να του τραγουδάς ή βάλε του να ακούσει έναν ήχο που του αρέσει και το ηρεμεί.

Και το στέγνωμα έχει σημασία
Δεν τρίβεις ποτέ με σκληρό χαρτί, αλλά με ένα απαλό χαρτάκι ή με μια καθαρή πετσετούλα στεγνώνεις ταμποναριστά την περιοχή. Μην χρησιμοποιήσεις ταλκ, καθώς μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό. Αφιέρωσε χρόνο και εξαφάνισε μέχρι και την παραμικρή… σταγόνα.

Το σωστό φινάλε
Τοποθέτησε τη ζεστή καθαρή πάνα, βάλ΄του καθαρά ρούχα, πλύνετε και οι δύο τα χέρια σας και έτοιμοι!


Πηγή

Κατηγορίες
Beauty

Απολέπιση με λέιζερ: Μέθοδοι, διαδικασία, αποκατάσταση και κίνδυνοι

Η απολέπιση με λέιζερ είναι μια θεραπεία για να βελτιώσει την εμφάνιση του δέρματος.

Απολέπιση με λέιζερ: Τι είναι ακριβώς

Αυτή η μέθοδος απολέπισης του δέρματος χρησιμοποιεί ένα λέιζερ για να στείλει σύντομες ριπές φωτός με παλμούς υψηλής ενέργειας. Αυτό το φως απορροφάται από το νερό και τις ουσίες στο δέρμα που ονομάζονται χρωμοφόρα. Το φως μετατρέπεται σε θερμική ενέργεια. Η θερμότητα κατόπιν καταστρέφει (εξατμίζει) τις λεπτές τομές του δέρματος, ανά πολύ λεπτά στρώματα επιδερμίδας. Καθώς η τραυματισμένη περιοχή θεραπεύεται, νέο δέρμα αρχίζει να μεγαλώνει από κάτω για να αντικαταστήσει το κατεστραμμένο, που αφαιρέθηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λέιζερ. Μερικά λέιζερ κάνουν μόνο σύσφιξη στο δέρμα με θέρμανση αλλά δεν το καταστρέφουν.

Η απολέπιση με λέιζερ με βάση το CO2 (διοξείδιο του άνθρακα) είναι ο πιο κοινός τύπος λέιζερ που χρησιμοποιείται για σε αυτές τις περιπτώσεις. Τα λέιζερ με βάση το έρβιο (erbium) χρησιμοποιούνται επίσης συχνά.

Στις περισσότερες περιπτώσεις η απολέπιση με λέιζερ έχει πολύ μεγάλεια ακρίβεια εκτέλεσης και προκαλεί ελάχιστη ζημιά στον περιβάλλοντα ιστό του δέρματος. Γίνεται συνήθως στο πρόσωπο, αλλά μπορεί να γίνει και σε άλλες περιοχές του σώματος. Αποφεύγεται συνήθως στα χέρια, στον λαιμό και στο στήθος, επειδή το δέρμα στις περιοχές αυτές δεν επουλώνονται εύκολα. Αντιθέτως, τείνει να γίνεται πιο παχύ και να αφήνει ουλές ως αποτέλεσμα της θεραπείας με λέιζερ. Αλλά κάποιοι χειρουργοί μπορούν να κάνουν επέμβαση και στον λαιμό, χρησιμοποιώντας ένα πολύ χαμηλής ενέργειας λέιζερ.

Απολέπιση με λέιζερ: Ποια είναι η διαδικασία

Οι περιοχές που θα θεραπευθούν καθαρίζονται και ορίζονται με ένα στυλό. Στην συνέχεια χορηγείται ένα τοπικό αναισθητικό στην περιοχή που θα γίνει η θεραπεία. Μπορεί επίσης να χορηγηθεί και κάποιο ήπιο φάρμακο για να σας βοηθήσει να χαλαρώσετε. Αν πρόκειται να κάνετε επέμβαση σε ολόκληρο το πρόσωπο, ίσως χρειαστεί να πάρετε παυσίπονα, ή ακόμα και κάποια πιο ισχυρή μέθοδο αναισθησίας των νεύρων. (Σε ορισμένες περιπτώσεις, χρησιμοποιείται και γενική αναισθησία.) Μπορεί, επίσης, να χρειαστεί να φορέσετε γυαλιά για να αποτραπεί τυχόν βλάβη στα μάτια από το λέιζερ. Τέλος, θα σας τοποθετηθούν υγρές πετσέτες γύρω από την περιοχή για να απορροφήσουν τους περιττούς παλμούς του λέιζερ.

Το λέιζερ περνά πάνω από το δέρμα, στέλνοντας παλμούς. Κάθε παλμός διαρκεί λιγότερο από ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου. Μεταξύ των περασμάτων με το λέιζερ, το δέρμα θα πρέπει να σκουπίζεται με νερό ή με διάλυμα θαλασσινού νερού. Αυτό γίνεται για να δροσίσει το δέρμα και να αφαιρεθεί ο ιστός που το λέιζερ κατέστρεψε στο προηγούμενο πέρασμα. Ο αριθμός των περασμάτων που απαιτείται εξαρτάται από το σε πόσο μεγάλη περιοχή κάνετε απολέπιση με λέιζερ, καθώς και από τον τύπο του δέρματος. Το λεπτό δέρμα γύρω από τα μάτια, για παράδειγμα, χρειάζεται πολύ λίγα περάσματα με το λέιζερ. Το παχύτερο δέρμα, ή το δέρμα με πιο σοβαρές βλάβες θα χρειαστεί περισσότερα περάσματα.

Οι παλμοί από το λέιζερ μπορεί να σας “τσιμπήσουν” ή να νιώσετε ένα ελαφρύ “κάψιμο”. Στις περισσότερες περιπτώσεις, υπάρχει μόνο πολύ μικρή, ή καθόλου αιμορραγία. Το σοβαρά κατεστραμμένο δέρμα (δηλαδή τα σημεία που έχουν υποστεί πολλά περάσματα με το λέιζερ) είναι πιο πιθανό να αιμορραγήσει. Όταν η διαδικασία ολοκληρωθεί, η περιοχή καλύπτεται με έναν καθαρό επίδεσμο, ή με ειδική αλοιφή.

Απολέπιση με λέιζερ: Τι να περιμένετε μετά από την επέμβαση

Ο χρόνος που απαιτείται για πλήρη αποκατάσταση μετά από απολέπιση με λέιζερ εξαρτάται από το πόσο μεγάλη είναι η περιοχή δέρματος και πόσο βαθιά στην επιδερμίδα έφτασε το λέιζερ. Αν κάνετε θεραπεία σε όλο το πρόσωπο, θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος πλήρους αποκατάστασης σε σύγκριση με το αν κάνετε θεραπεία μόνο σε μια μικρή περιοχή του δέρματος.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η τραυματισμένη περιοχή μετά την επέμβαση θα είναι ροζ, ευαίσθητη στην αφή και πρησμένη για αρκετές ημέρες. Κρύα επιθέματα και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (όπως ασπιρίνη και ιβουπροφαίνη) μπορεί να βοηθήσουν στην μείωση του πρηξίματος και του πόνου. Αφότου το νέο δέρμα βγει στην επιφάνεια, θα παραμείνει αρκετά κόκκινο για αρκετές εβδομάδες.

Η σωστή φροντίδα των περιοχών που έχουν υποστεί απολέπιση με λέιζερ είναι πολύ σημαντική για την πλήρη επούλωση:

  • Πλένετε το δέρμα αρκετές φορές την ημέρα με κρύο νερό βρύσης για να αποφευχθεί η μόλυνση. Αυτό θα βοηθήσει επίσης στο να απαλλαγείτε από την κρούστα που μπορεί να σχηματιστεί. Αποφύγετε σαπούνια και αρώματα.
  • Ανανεώνετε την αλοιφή στην υπό θεραπεία περιοχή για να την διατηρήσετε ενυδατωμένη και υγρή. Αυτό θα βοηθήσει το δέρμα να θεραπευθεί.
  • Αποφύγετε την έκθεση στον ήλιο. Αφότου ολοκληρωθεί η απολέπιση με λέιζερ πρέπει να βάζετε αντηλιακό κάθε μέρα. Το νέο δέρμα που θα βγει είναι πιο πιθανό να καταστραφεί από τον ήλιο.

Θα χρειαστούν αρκετές επισκέψεις παρακολούθησης στο γιατρό σας. Ο γιατρός θα παρακολουθεί το πόσο καλά επουλώνεται και αναγεννάται το δέρμα. Επίσης θα σας παρακολουθεί για τυχόν πρώιμα σημάδια μόλυνσης, ή άλλων προβλημάτων.

Απολέπιση με λέιζερ: Γιατί γίνεται

Είναι κάτι που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αφαιρέσει ή να βελτιώσει την εμφάνιση σε:

  • Ρυτίδες.
  • Επιφανειακές ουλές από ακμή, από χειρουργική επέμβαση, ή από τραύμα.
  • Χρωματικές αλλαγές ή ελαττώματα στο δέρμα, όπως κηλίδες.

Τα άτομα με πιο ανοιχτό χρωματικό τόνο δέρματος, που αποφεύγουν την έκθεση στον ήλιο μετά την επέμβαση τείνουν να έχουν τα καλύτερα αποτελέσματα. Τα άτομα με πιο σκουρόχρωμο τόνο δέρματος θα ωφεληθούν το ίδιο από την απολέπιση με λέιζερ, αλλά το δέρμα τους θα θεραπευθεί πιο δύσκολα.

Προσοχή: Δεν είστε καλοί υποψήφιοι για απολέπιση με λέιζερ αν:

  • Έχετε προβλήματα με χρωματικές αλλαγές στο δέρμα, ουλές ή πάχυνση του ιστού (ίνωση) από κάποια προηγούμενη θεραπεία.
  • Έχετε κάποια διαταραχή στο δέρμα, στο αίμα, ή στο ανοσοποιητικό σύστημα, η οποία θα μπορούσε να κάνει τη θεραπεία πιο δύσκολη.
  • Έχετε ιστορικό με χηλοειδείς ή υπερτροφικές ουλές.
  • Λαμβάνετε ισοτρετινοΐνη (ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ακμής) ή την έχετε πάρει μέσα στους τελευταίους 6 έως 12 μήνες. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο ουλών.
  • Έχετε μια βακτηριακή ή ιογενή λοίμωξη του δέρματος.

Πηγή: http://www.webmd.com


Πηγή