Κατηγορίες
Σχέσεις

«Η ελληνική κοινωνία δεν χαρίζει κάστανα στη μόνη γυναίκα, πόσο μάλλον αν είναι επώνυμη»


Η συγγραφέας και ψυχολόγος Πρεκατέ Βικτωρία με αφορμή το «χρυσό διαζύγιο» των ημερών γράφει ένα πολύ επίκαιρο και μεστό κείμενο για την εγκατάλειψη.
«Διάβαζα την πρόσφατη δημόσια έκκληση γυναίκας που εγκαταλείφθηκε ξαφνικά από τον επώνυμο σύζυγό της. Από τα λεγόμενα της γυναίκας γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι βρίσκεται σε σοκ και ότι βιώνει έντονα το πρώτο στάδιο της απώλειας, την άρνηση. Στο στάδιο αυτό, γίνονται συχνά απελπισμένες προσπάθειες να διαπραγματευτεί και να αντιστρέψει μια πραγματικότητα, η οποία είναι αφόρητη για εκείνη που την βιώνει. Ακόμη κι αν άλλες γυναίκες δεν τρέφουν ιδιαίτερη συμπάθεια για την γενικότερη εικόνα μιας επώνυμης, η χαιρεκακία και το κουτσομπολιό σε τέτοιες περιπτώσεις δεν δικαιολογούνται! Τέτοιες στιγμές μόνο η γυναικεία συμπόνια αρμόζει… Από την ιδιότητά μου ως ψυχολόγος, γνωρίζω ότι για μία γυναίκα στη μέση ηλικία, η πορεία είναι πολύ δύσκολη, ειδικά όταν έχει δομήσει για δεκαετίες όλες τις όψεις της ζωής της γύρω από έναν άντρα, μέσα από τους ρόλους που εκείνος της προσφέρει (σύζυγος, μητέρα, συνοδός στις κοινωνικές σχέσεις, υποστηρίκτρια και φροντίστρια στο δικό του έργο κλπ). Εκτός από το εσωτερικό τραύμα, υπάρχει και ο κοινωνικός στιγματισμός… Η ελληνική κοινωνία δεν χαρίζει κάστανα στη μόνη γυναίκα, πόσο μάλλον αν είναι επώνυμη…

Σχετικά άρθρα: Γιώργος και Μαρίνα Πατούλη: Ένα love story 35 χρόνων που ξεκίνησε από ένα ειρωνικό σχόλιο – Ο γάμος, τα επικριτικά σχόλια και η σημερινή σοβαρή κρίση
– Μαρίνα Πατούλη: Χωρισμός-βόμβα; “Ζω ένα πένθος-Δεν θέλω να χωρίσω” λέει η ίδια
Η μόνη επιλογή είναι ο σκληρός, επίπονος δρόμος της προσωπικής θεραπείας, της αυτοβελτίωσης, της ανακάλυψης του εαυτού μας και του νοήματος της ζωής μας. Άλλες γυναίκες καλούνται να διαβούν αυτόν τον δρόμο πιο νωρίς στη ζωή τους – κι ίσως είναι πιο τυχερές…. Σε κάποιες άλλες, ο δρόμος ανοίγεται σιγά σιγά, ακόμη και μέσα στον γάμο, ενώ σε άλλες πάλι, ως μοναδική λύση ανάγκης, μετά από μια ξαφνική, κατακλυσμική, τραυματική εγκατάλειψη. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν εύκολες, μαγικές συνταγές. Πέρα από το συναισθηματικό και υπαρξιακό τραύμα, κάποιες γυναίκες έχουν να αντιμετωπίσουν ακόμη και προβλήματα οικονομικής επιβίωσης….

Ο χωρισμός από εγκατάλειψη μπορεί να είναι πολύ πιο επώδυνος από το πένθος
Στο πένθος, η απώλεια δεν έγινε εκούσια, ενώ η εγκατάλειψη ενέχει το δηλητηριώδες κεντρί της προδοσίας. Ταυτόχρονα, ο κοινωνικός περίγυρος εκδηλώνεται με πολύ μεγαλύτερη συμπόνια π.χ. σε μια χήρα, παρά σε μια διαζευγμένη. Δυστυχώς ακόμη καλά κρατούν πεποιθήσεις τύπου ‘η γυναίκα κρατάει το σπίτι’ (άρα εκείνη φταίει αν ο γάμος διαλυθεί!), ενώ συχνά οι άλλες γυναίκες την εγκαταλείπουν, ακριβώς την στιγμή που χρειάζεται περισσότερο την υποστήριξη τους. Ο λόγος είναι ότι λειτουργούμε βάση πανάρχαιων πολιτισμικών προγραμματισμών, όπου η εγκατάλειψη μιας γυναίκας ενεργοποιεί σε άλλες γυναίκες έναν πρωτόγονο φόβο επιβίωσης, λες και είναι κολλητικό… Είναι ένα μοτίβο που δυστυχώς έχω ακούσει πολλές φορές…
Οι εγκαταλειψίες άνθρωποι
Αναζητώντας μια πιο σύγχρονη ανάλυση του τραύματος της εγκατάλειψης, ανακάλυψα το έργο της Susan Anderson, Αμερικανίδας ψυχοθεραπεύτριας και δημιουργού του Abandonment net. Η Anderson ισχυρίζεται ότι το τραύμα της εγκατάλειψης από σύζυγο/σύντροφο μπορεί να είναι τόσο ισχυρό που δημιουργεί συμπτώματα μετατραυματικού στρες. Ισχυρίζεται επίσης ότι υπάρχει συγκεκριμένος τύπος ανθρώπων, οι ‘εγκαταλειψίες‘ (abandonners), οι οποίοι λειτουργούν με αυτό ακριβώς το μοτίβο: δημιουργούν μακροχρόνιες σχέσεις προσκόλλησης με άλλα άτομα και μετά εξαφανίζονται, συχνά χωρίς καμία προειδοποίηση ή επικοινωνία. Εγκαταλείπουν με τον πιο σκληρό κι απάνθρωπο τρόπο, χωρίς ίχνος ενοχής. Όταν παύσουν οι άλλοι να ικανοποιούν τις ανάγκες του ή αν ο εγκαταλειψίας ανακαλύψει αντικαταστάτη, εγκαταλείπει χωρίς δεύτερη σκέψη το άτομο που μπορεί να έκανε πολλές προσωπικές θυσίες για να είναι δίπλα του.
Πώς μπορεί μια γυναίκα να διακρίνει έναν εγκαταλειψία; Παρατηρώντας πώς συμπεριφέρεται στους άλλους! Στους γονείς του, στους συγγενείς του, στους συναδέλφους του, στους φίλους του, στις προηγούμενες σχέσεις του, στους άλλους ανθρώπους γενικότερα. Η μεγαλύτερη πλάνη που κληροδοτείται στις γυναίκες από γενιά σε γενιά είναι ότι ‘μπορεί να φέρεται στους άλλους όπως θέλει, σε εμένα όμως θα φερθεί ξεχωριστά, επειδή είμαι η γυναίκα του’… Εθελοτυφλεί για μια ζωή και κάποια στιγμή το παραμύθι τελειώνει…

Τα στάδια της θεραπείας από την εγκατάλειψη
Η Anderson αναλύει τα στάδια της θεραπείας από την εγκατάλειψη ως εξής:
Α) Απόγνωση. Ο πόνος είναι ανυπόφορος, γίνεται σχεδόν σωματικός, και μπορεί να φτάσει μέχρι την αυτοκτονικότητα.
Β) Απόσυρση, αδυναμία αντιμετώπισης της καθημερινότητας, θλίψη.
Γ) Εσωτερίκευση της απόρριψης: το πιο κρίσιμο στάδιο σε σχέση με την μακρόχρονη θεραπεία. Αν η κατηγορία στραφεί εναντίον του εαυτού, το επόμενο βήμα είναι η κατάθλιψη. Αν η γυναίκα καταφέρει να αποδώσει τις ευθύνες ορθολογικά και να μην ενοχοποιήσει τον εαυτό της, προχωράει στο επόμενο στάδιο.
Δ) Οργή. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να σημαίνει επιθυμία για εκδίκηση. Είναι σημαντικό η οργή να εκτονωθεί δημιουργικά κι όχι καταστροφικά και να μην ‘κολλήσει’ η γυναίκα σε αυτό το στάδιο.
Ε) Ανάταση. Αν η γυναίκα καταφέρει να ξεπεράσει όλα τα προηγούμενα στάδια, τότε αρχίζει σιγά σιγά να ελευθερώνεται και να ξεκινά μια καινούργια ζωή.
Αυτό που χρειάζεται να θυμάται η γυναίκα σε οποιοδήποτε στάδιο αυτού του ταξιδιού είναι ότι κάποια στιγμή το ταξίδι θα τελειώσει-δεν θα πονάει για πάντα. Όσο βρίσκεται μέσα στο πένθος, προβάλλει την απόγνωση στο μέλλον και νομίζει ότι θα πονάει για πάντα. Όταν όμως ολοκληρωθούν τα στάδια της θεραπείας, ίσως ανακαλύψει ότι δεν πονάει καθόλου, παρά το γεγονός ότι συνεχίζει να είναι μόνη της. Ίσως ανακαλύψει ότι είναι πολύ πιο χαρούμενη και νιώθει λιγότερη μοναξιά, από ό,τι μαζί του. Είναι σημαντικό να μην εξισώνεται η μοναξιά με το πένθος! Η μοναξιά μπορεί να είναι ένα πολύ δημιουργικό κι απελευθερωτικό στάδιο στη ζωή της γυναίκας. Η θεραπεία αποτελεί ένα ταξίδι αυτο-ανακάλυψης. Όσο επώδυνο κι αν είναι το ταξίδι, αξίζει τον κόπο, γιατί αυτό που θα κερδηθεί, δεν μπορεί να της το πάρει κανείς!»


Πηγή

Κατηγορίες
Ψυχολογία Γενικά

Παιδεραστία: Θύτες υπεράνω υποψίας και μια κοινωνία σε άρνηση

Από την Κατερίνα Γερολύμπου, Δικαστική – Εγκληματολογική Ψυχολόγο, Ψυχοθεραπεύτρια Εφήβων και Ενηλίκων

Οι περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων εγείρουν έντονα αρνητικά συναισθήματα στην κοινωνία, ασκώντας πίεση στις διωκτικές και νομοθετικές αρχές για τη σύλληψη και τιμωρία των παραβατών. Στην Ελλάδα, χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Μανώλη Δουρή, ο οποίος καταδικάστηκε για ασέλγεια, ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και το βιασμό του εξάχρονου γιού του, παρά το γεγονός ότι το γενετικό υλικό που εντοπίστηκε στο παιδί δεν ανήκε στον Δουρή. Είναι αξιοσημείωτο, ότι πέρα από τον αποτροπιασμό για το έγκλημα, οι άνθρωποι ή ακόμα και συγγενείς των δραστών αρνούνται να πιστέψουν πως τέτοιου είδους συμπεριφορές εκτυλίσσονται στην τοπική τους κοινωνία ή ακόμα και στο σπίτι τους (Cohran & Cole, 2010).

Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί το περιεχομένου του όρου παιδεραστία. Μέχρι πρόσφατα, η παιδεραστία σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα DSMIV, ήταν μια «διαταραχή που χαρακτηρίζονταν από σεξουαλικές φαντασιώσεις ή ορμές για προ-έφηβους (ως την ηλικία των 13 ετών), οι οποίες έχουν διάρκεια τουλάχιστον 6 μήνες και το άτομο είναι τουλάχιστον 16 ετών με τουλάχιστον πέντε χρόνια διαφορά από τα θύματά του και το οποίο έχει υλοποιήσει τις φαντασιώσεις αυτές ή οι φαντασιώσεις αυτές του προκαλούν έντονη δυσφορία.» Στην αναθεωρημένη έκδοση του DSM-V, διακρίνονται υπό-κατηγορίες για τα άτομα που έλκονται από παιδιά (κάτω των 11 ετών – παιδοφιλικός τύπος), γι’ αυτά που έλκονται από προ-έφηβους (11-14 ετών – ηβηφιλικός τύπος) και αυτά που έλκονται και από τις δύο κατηγορίες παιδιών/εφήβων. Αν και η παιδεραστία φαίνεται να αφορά τους άντρες, είναι γεγονός ότι παρατηρείται και σε γυναίκες σε πολύ μικρότερα ποσοστά (Lanning, 2010). Οι παιδεραστές ανάλογα με το φύλο του παιδιού από το οποίο έλκονται διακρίνονται σε ομοφυλόφιλους, ετερόφυλους και αμφίφυλους και μπορεί να έλκονται σεξουαλικά αποκλειστικά από παιδιά/εφήβους ή να έλκονται τόσο από παιδιά όσο και από ενήλικες (Berlin & Krout, 1994; Cohran & Cole, 2010).

Στο ευρύ κοινό, έχουν περάσει διάφορες λανθασμένες αντιλήψεις για τους παιδεραστές. Αρχικά, πιστεύονταν ότι οι παιδεραστές ήταν ηλικιωμένοι, βρώμικοι άνθρωποι του περιθωρίου, που παραμόνευαν στα πάρκα για να μπορέσουν να απομονώσουν τα παιδιά. Με άλλα λόγια, ο παιδεραστής είχε κάποια εξωτερικά χαρακτηριστικά που τον έκαναν εύκολα αναγνωρίσιμο. Στη συνέχεια, η εικόνα του παιδεραστή ταυτίστηκε με «αγνώστους», οι πρόσφεραν κάποιο δέλεαρ στα παιδιά και ιδιαίτερα στα κορίτσια (π.χ. καραμέλες, παγωτό ή ακόμα και μια βόλτα με αυτοκίνητο). Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, η παιδεραστία ήταν ένα φαινόμενο που συνέβαινε μέσα στο σπίτι του θύματος και ταυτίστηκε με την αιμομιξία. Είναι γεγονός ότι οι παιδεραστές μπορεί να είναι άγνωστοι ή να είναι μέλη της οικογένειας. Όμως στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα θύματα γνωρίζουν τους θύτες τους, καθώς αυτοί δραστηριοποιούνται στους ίδιους χώρους με αυτά (π.χ. αθλητικές ομάδες, κατηχητικό, σχολείο, κ.α.). Έτσι, λοιπόν, οι θύτες θα πρέπει να αναζητούνται στο στενό και ευρύτερο περιβάλλον των παιδιών (Lanning, 2010; Lanning, 2015). Επιπρόσθετα, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι παιδεραστές στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ασκούν σωματική βία, σε αντίθεση με ό,τι προβάλλεται σε τηλεοπτικά ή κινηματογραφικά σενάρια (Berlin & Krout, 1994; Blackburn, 1998).

Σχετικά με τα αίτια της παιδεραστίας, δεν υπάρχει μία μόνο απάντηση, καθώς τα ερευνητικά δεδομένα αποκαλύπτουν ότι μπορεί να οφείλεται τόσο στην επίδραση περιβαλλοντικών παραγόντων (π.χ. έχει διαπιστωθεί ότι σε αρκετές περιπτώσεις, οι θύτες στην παιδική τους ηλικία είχαν κακοποιηθεί σεξουαλικά), όσο και στην επίδραση βιολογικών παραγόντων δεδομένου ότι έχει βρεθεί ότι οι παιδεραστές παρουσιάζουν ανωμαλίες στη λειτουργία του μετωπιαίου λοβού, μιας εγκεφαλικής δομής που σχετίζεται με τον έλεγχο των παρορμήσεων και της εξαρτητικής συμπεριφοράς (Berlin & Krout, 1994; Cohran & Cole, 2010).

Οι επιστήμονες του χώρου της ψυχικής υγείας υπογραμμίζουν ότι δεν υπάρχει θεραπεία για την παιδεραστία. Έτσι, προκύπτει το ερώτημα για το αν η κοινωνία και τα παιδιά είναι εντελώς απροστάτευτα απέναντι στους παιδεραστές. Υπάρχουν λύσεις που προτείνονται σε επίπεδο πρόληψης αλλά και αντιμετώπισης της διαταραχής. Αναφορικά στην πρόληψη, έχουν αναπτυχθεί προγράμματα που απευθύνονται στο μαθητικό πληθυσμό με σκοπό την ενθάρρυνση των παιδιών στην αποκάλυψη της σεξουαλικής κακοποίησης, προγράμματα που απευθύνονται στο γενικότερο πληθυσμό με στόχο να αποκτήσει κατάλληλους τρόπους αντίδρασης/παρέμβασης αν αντιληφθεί περιστατικό παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης.

Επιπλέον, έχουν διαμορφωθεί προγράμματα παρέμβασης για τους παιδεραστές για τους οποίους δεν εκκρεμεί δικαστική απόφαση, αλλά που επιθυμούν να ελέγξουν την σεξουαλική τους συμπεριφορά (Prevention Project Dunkelfeld – Γερμανία) (HHP, 2010). Σε επίπεδο αντιμετώπισης, έχει διαπιστωθεί ότι η ψυχοθεραπεία (αλλαγή του διαστρεβλωμένου τρόπου σκέψης λόγω της κακοποίησης) σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή μπορεί να περιορίσουν τη σεξουαλική διάθεση των παιδεραστών, μέσω της μείωσης των επιπέδων τεστοστερόνης στο αίμα (π.χ. LA-leuprolide acetate, LHRH-luteinizing hormone-releasing hormone, SSRI-selective serotonin reuptake inhibitors) (Berlin & Krout, 1994; Cohran & Cole, 2010; HHP, 2010).

Ωστόσο, πέρα από τα προ-αναφερθέντα μέτρα υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που οι γονείς ή και κάθε ενήλικας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ως δείκτες σεξουαλικής προτίμησης προς παιδιά ή εφήβους:

  • Συχνές μετακινήσεις ή μετακομίσεις, (όταν γίνονται οι θύτες αντιληπτοί).
  • Ενήλικες, άνω των 25 που ζουν μόνοι ή με τους γονείς τους και πολύ περιορισμένη δραστηριότητα για εύρεση συντρόφου
  • Υπερβολικό ενδιαφέρον για τα παιδιά
  • Ο κύκλος γνωριμιών, συνεργάτες και φίλοι είναι πολύ νεότεροι άνθρωποι, με παράλληλη απουσία συνομηλίκων.
  • Εύκολος εντοπισμός των πιο ευάλωτων θυμάτων
  • Προσφωνούν τα παιδιά με επίθετα, όπως «αγνός/η», «αθώος/α», κ.α.
  • Έχουν πρόσβαση σε παιδιά, σε δραστηριότητες που δεν συμμετέχουν άλλοι ενήλικες και μπορούν να ταυτιστούν πολύ ευκολότερα με τα παιδιά, παρά με ενήλικες
  • Αποπλανούν παρέχοντας προσοχή, στοργή ή και δώρα
  • Φωτογραφίζουν παιδιά και διαμορφώνουν το χώρο τους, ώστε να είναι θελκτικός σε παιδιά ή προ-έφηβους.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι αυτά τα χαρακτηριστικά είναι μόνο ενδείξεις και όχι αποδείξεις, από μόνα τους δεν σημαίνουν τίποτα. Η συνύπαρξη όμως κάποιων από αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να δημιουργήσει υποψίες που μπορεί να σώσουν ένα παιδί από μια πιθανή σεξουαλική κακοποίηση.

Συμπερασματικά, οι παιδεραστές δεν έχουν κάποια εμφανή εξωτερικά χαρακτηριστικά που θα κινητοποιήσουν τα παιδιά ή τους γονείς τους ότι πρόκειται για μια «επικίνδυνη γνωριμία». Αντιθέτως, στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι «καλοί άνθρωποι», που δείχνουν αληθινό ενδιαφέρον για τα παιδιά. Οι γονείς πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η προστασία των παιδιών τους ξεκινά από τη διαμόρφωση σχέσεων εμπιστοσύνης μαζί τους, ώστε να μην μπορεί ένα τρίτο πρόσωπο να εισβάλλει και να τα εκμεταλλευτεί και παράλληλα αυτή η σχέση να θωρακίζει τα παιδιά με δύναμη για να μπορούν να προσεγγίζουν τους γονείς τους και να αποκαλύπτουν τα προβλήματά τους χωρίς να φοβούνται την αποδοκιμασία και την απόρριψη. Η κοινωνία απέναντι στα πιο ειδεχθή εγκλήματα δεν είναι ποτέ απροστάτευτη αρκεί να είναι ευαισθητοποιημένη, ενημερωμένη και πρόθυμη να καταγγείλει τις εγκληματικές ενέργειες. Η σιωπή μπορεί να προστατεύει μια οικογένεια από το στιγματισμό, αλλά εκθέτει σε κίνδυνο τα μέλη της για επαναθυματοποίηση στο μέλλον και αφήνει απροστάτευτες όλες τις υπόλοιπες οικογένειες μιας κοινότητας.


Σεξουαλική κακοποίηση παιδιών

 

Βιβλιογραφία
Berlin, F. & Krout, E. (1994) Pedophilia: Diagnostic concepts, treatment and ethical considerations. Baltimore: John’s Hopkins Hospital.
Blackburn, P. (1998) The psychology of criminal conduct: Theory, research and practice. Chichester: Wiley.
Cochran, M & Cole, M. (2010) Inside the mind of a pedophile, retrieved from http://neuroanthropology.net/2010/05/10/inside-the-mind-of-a-pedophile.
H.P.P. (2010) Pessimism about pedophilia, retrieved from http://www.health.harvard.edu/newsletter_article/pessimism-about-pedophilia.
Lanning, K. (2015) Acquaintance with child molesters. Washington: National Center for Missing and Exploited Children.
Lanning, K. (2010) Child molesters: A behavioral analysis. Washington: National Center for Missing and Exploited Children.




Πηγή